Η ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ  ΤΗΣ  ΑΓΙΑΣ  ΓΡΑΦΗΣ

Π

Παιδαγωγός

αυτός που φροντίζει για την αγωγή των παιδιών

Πάλαι

τον παλιό καιρό

Παλιγγενεσία

αναγέννηση, ανάσταση, ανανέωση

Πανηγύρι

η συνάθροιση για κοινή γιορτή, σε χαρά, ευχαρίστηση

Πανοικί

με όλον τον οίκο, με όλη την οικογένεια

Πανουργία

δολιότητα, πονηρό τέχνασμα, απάτη

Πανταχόθεν

από παντού, από όλα τα μέρη

Παραβολή

αλληγορική διήγηση με ηθικό δίδαγμα

Παραινώ

παρακινώ, ενθαρρύνω

Παρακαταθήκη

κατατιθέμενο σε κάποιον για φύλαξη

Παράκληση

πρόσκληση προς βοήθεια, παρακίνηση, προτροπή

Παράκλητος

ο καλούμενος σε βοήθεια

Παρακλίνω

προτρέπω, παροτρύνω

Παρακύπτω

σκύβω, υποτάσσομαι

Παράλογος

αυτός που κρίνει και λογίζεται λανθασμένα

Παραμυθία

παρηγοριά, προτροπή

Παραπικραίνω

στεναχωρώ πολύ, παροξύνω

Παραστέκομαι

στέκω στο πλευρό, βοηθώ, συμπαρίσταμαι

Παραφροσύνη

τρέλα, ανόητος λόγος, ασύνετη πράξη

Παραχείμαση

το ξεχειμώνιασμα, περνώ τον χειμώνα

Πάρδαλις (η)

ο πάνθηρας, λεοπάρδαλη

Παρεισάγω

εισάγω κρυφά, πλαγίως

Παρεπιδημώ

διαμένω προσωρινά σε ξένο τόπο

Πάρεστιν

(πάρειμι) είμαι κοντά, είναι δυνατόν

Παρήγορος

αυτός που δίνει παρηγοριά, κουράγιο

Παρθένος (η)

η αγνή προς γάμο κατάλληλη κόρη (εικονικά) περί της χριστιανικής κοινότητας

Παριστάνω

περιγράφω, εικονίζω, προσκομίζω

Πάροδος

στενός ή δευτερεύων δρόμος που οδηγεί σε άλλον μεγαλύτερο, παρέλευση, πέρασμα, διάβαση

Παροικία

κοινότητα ομοεθνών σε ξένη χώρα

Παροξύνω

εξάπτω, ερεθίζω, παροργίζω

Παροργισμός

ερεθισμός που προκαλεί οργή, θυμός

Παρρησία

θαρρετή έκφραση γνώμης

Παρώκησα

(παροικώ = διαμένω σε ξένη γη), κατοίκησα σε ξένη γή

Παρώξυνας

(παροξύνω) προκαλώ, παροργίζω, ερεθίζω

Πατάσσω

τιμωρώ αυστηρά, χτυπώ, πληγώνω

Πατριά

καταγωγή, γενιά, ρίζα, φυλή, λαός, σύστημα τάξεως αγγέλων

Πέμψας

(πέμπω) ο αποστείλλας, στέλνω

Πεπεισμένος

σταθερός, με ακλόνητη βεβαιότητα

Πεπελεκισμένος

(πελεκίζω = κόβω κάτι με τσεκούρι), αυτός που έχει πελεκιστεί

Πεποίθηση

σταθερή και ακλόνητη βεβαιότητα

Πεπτωκυία

(πίπτω) πεσμένη

Πεπυρωμένοι

[πυρώ = καίω, (τροπ) φλέγομαι από επιθυμία], αναμμένοι από επιθυμία

Πεπωλημένος

(πωλώ) πουλημένος

Πέρας

τέρμα, τέλος, (πέρατα) στην άκρη του κόσμου

Περιεζωσμένοι

(περιζώννυμι) αυτοί που έχουν περιζωθεί

Περιεργάζομαι

εξετάζω κάτι με πολύ προσοχή και με λεπτομέρεια

Περικυκλωμένος

κυκλωμένος από όλες τις πλευρές

Περιπίπτω

υποκύπτω, πέφτω

Περισπασμός

οτιδήποτε αποσπά την προσοχή

Περίσσεια

περίσσευμα, πλεόνασμα, πλήθος

Περιτομή

(περιτέμνω) η κατ΄άκρων κυκλική αποκοπή

Περιφρονώ

Θεωρώ κάτι ανάξιο προσοχής ή εκτίμησης

Πεφυσιωμένος

ο ψωροπερήφανος, φουσκωμένος

Πιθανολογία

γνώμη για το αληθοφανές (πιθανόν)

Πλάνη

λαθεμένη γνώμη ή κρίση, απάτη

Πλέγμα

καθετί το πλεγμένο, πλεξούδα

Πλειότερο

πάρα πολλές φορές, περισσότερο

Πλεονάζω

είμαι παραπάνω από όσο πρέπει η χρειάζομαι

Πλεονεξία

απληστία, αχορτασιά, φιλοκέρδεια

Πληθυνθείην

(πληθύνω), αυξάνω, γίνομαι πλήρης, συμπληρώνομαι

Πλήκτης

φιλόνικος, υβριστής, φίλερις

Πληρώ

εκπληρώνω, γεμίζω, κάνω κάτι τέλειο

Πλήρωμα

γέμισμα, ο συμπληρωμένος χρόνος, πληρότητα, τελειότητα

Ποδήρης

αυτή που φτάνει ως τα άκρα τον ποδιών

Πόθεν

από πού ;

Ποίημα

έργο, πλάσμα Θεού, δημιούργημα

Ποιώ

κατασκευάζω, δημιουργώ, εκτελώ

Πολίτευμα

η πολιτεία, η πολιτική συμπεριφορά, διαγωγή

Πολιτεύομαι

συμπεριφέρομαι, συμμορφώνομαι, ζώ

Πομπή

πανηγυρική ή θρησκευτική συνοδεία

Πορνεύω

έχω προγαμιαία σαρκική επαφή, ασελγώ ως πόρνος (μτφ) παραπλανώμαι σε ειδωλολατρία

Πορφύρα

ύφασμα βαμμένο κόκκινο, στολή αυτοκρατόρων

Πραιτώριο

το μέγαρο των Ρωμαίων στρατηγών

Πρέσβεις

διπλωματικοί αντιπρόσωποι κράτους σε ξένη χώρα

Προαίρεση

επιθυμία, διάθεση, προτίμηση

Προβεβηκότες

άνθρωποι προχωρημένης ηλικίας

Πρόγνωση

πρόβλεψη

Πρόδηλος

ολοφάνερος, πασίγνωστος

Προειρημένος

αυτός που έχει προαναφερθεί

Πρόθεση

το τραπέζι που τοποθετούνται τα ιερά σκεύη

Προϊδων

το είχε δει από πριν

Προΐσταμαι

είμαι επικεφαλής, διευθύνω, κυβερνώ

Πρόκειμαι

βρίσκομαι μπροστά

Προκείμενος

αυτός που βρίσκεται μπροστά

Προκρίνω

κρίνω από πριν, προαποφασίζω

Πρόξενος

αυτός που προκαλεί κάτι, υπαίτιος

Προξενώ

γίνομαι αίτιος για να συμβεί κάτι

Προπαθόντες

αυτοί που έχουν πάθει από πρίν

Προπετής

αυθάδης, θρασύς, ορμητικός

Προσαναπληρώ

συμπληρώνω, αναπληρώνω

Προσάπτω

καταλογίζω κάτι σε βάρος κάποιου

Προσδοκώ

περιμένω να συμβεί κάτι ευχάριστο

Προσύλητος

αυτός που προσχώρησε σε θρησκευτικό δόγμα

Προσηλώνω

καρφώνω, στερεώνω

Πρόσκαιρα

αυτά που διαρκούν λίγο καιρό

Προσκαρτερώ

περιμένω υπομονετικά

Προσκόπτω

σκοντάφτω, προσκρούω

Προσποίηση

πρόφαση, υποκρισία

Προσφιλής

ο πολύ αγαπητός, πολυαγαπημένος

Προσωποληπτώ

έχω χαριστική διάθεση έναντι σε κάποιους

Πρότερος

προγενέστερος, πρωτύτερος

Προτροπή

παρόρμηση, παρακίνηση

Πρόφαση

πλαστή δικαιολογία, πρόσχημα

Προφητεύω

προλέγω τα μέλλοντα από τον Θεό εμνευσμένος

Πρώιμος

αυτός που γίνεται πρόωρα

Πρωτεύων

αυτός που έχει την πρώτη θέση

Πρώτιστος

ο πρώτος μεταξύ των πρώτων

Πρωτότοκος

αυτός που γεννήθηκε πρώτος

Πυλώνας

μεγάλη πύλη που αποτελεί την είσοδο ναού

Πώποτε

ουδέποτε

Πώρωση

πλήρης ηθική αναισθησία